Θανάσης Βέγγος

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΥΡΑ

Πριν από επτά χρόνια, στις 3-5-2011, έφυγε από τη ζωή ο Θανάσης Βέγγος. Ο αριθμός 7, μοιραίος για τη νεώτερη ελληνική ιστορία αλλά και κομβικός για τη κινηματογραφική κωμωδία -«Επτά χρόνια φαγούρα»-, με ώθησε ν’ αναζητήσω ένα κείμενό μου για τον Θου-Βου, δημοσιευμένο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 9-5-2011. Το αναδημοσίευσα στην Α-CIN-ΑRT-ΗΣΙΑ.

Σημείο εκκίνησης του μαραθωνίου για τον δρομέα Θανάση Βέγγο είναι η Μακρόνησος. Εκεί γνωρίζει τον Νίκο Κούνδουρο, ο οποίος, λίγα χρόνια μετά την «αναμόρφωσή» τους στη σκιά του «νέου Παρθενώνα», τον παίρνει στη «Μαγική πόλη» για να παίξει τον οδηγό ενός απορριμματοφόρου. Από το 1955, που βγήκε στους κινηματογράφους η «Μαγική πόλη», μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οπότε το εμπορικό σινεμά αρχίζει να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος μπροστά στη γυάλινη οθόνη, ο Βέγγος εμφανίζεται σε δεκάδες ταινίες. Σε αυτές, σπανίως τον βλέπουμε να μπαίνει σε ασανσέρ, μπορούμε επίσης να υποθέσουμε πως μάλλον νιώθει άβολα στα διαμερίσματα της αντιπαροχής που αλλάζουν ριζικά την όψη της Αθήνας.

Ο Βέγγος διασχίζει τρέχοντας μιαν άλλη πραγματικότητα, την οποία απωθεί συστηματικά ο μεταπολεμικός ελληνικός κινηματογράφος. Αλλοτε γκαζώνει στο νεορεαλιστικό σκηνικό της πόλης σαν όχημα πρώτων βοηθειών, με τον φάρο διαρκώς αναμμένο, κι άλλοτε ανεβοκατεβαίνει σκάλες πολυκατοικιών σαν να ‘χουν πάρει φωτιά τα μπατζάκια του. Εχει μια έμφυτη ευγένεια και είναι σαν ένα ολοζώντανο γκαγκ, όχι όμως για λειτουργικούς λόγους, δηλαδή για να επιταχυνθεί μηχανιστικά ο ρυθμός της κωμωδίας. Ο Βέγγος είναι η απόγνωση που γίνεται γέλιο για να λυτρωθεί ο θεατής.

Ο τρελός και παλαβός Θανάσης είναι σαν σουρεαλιστική καρικατούρα του μεροκαματιάρη, ο οποίος είναι δεσμώτης σε έναν καθημερινό ίλιγγο, σε μια Ελλάδα που έχει πιστέψει πως πρόλαβε το εξπρές της ευημερίας. Ενας βιοπαλαιστής, μονίμως ζαλισμένος. Ενας άνθρωπος για όλες τις δουλειές, που δεν έχει ρίζες στο χωριό, ούτε την κουτοπονηριά του επαρχιώτη, σε μια Αθήνα-Ελντοράντο για τους εργολάβους οικοδομών.

Ισως γι’ αυτό όλες οι πατέντες του Θανάση είναι από χέρι καταδικασμένες σε αποτυχία. Ισως γι’ αυτό ο Βέγγος στις ηρωικές, τζεϊμσμποντικές στιγμές του αποσπάται σαν κομήτης από την πραγματικότητα για να προσγειωθεί σε έναν κόσμο αχαλίνωτης παιδικής φαντασίας, απορρυθμίζοντας ολόκληρο το σύμπαν ως «φανερός πράκτωρ 000». Ο κλαυσίγελως γίνεται ξέφρενη παρωδία. Γης Μαδιάμ, κι όποιος αντέξει τα αεροπλανικά κόλπα του Θου-Βου.

Ο Θανάσης Βέγγος ήταν η πιο λαϊκή φιγούρα του ελληνικού κινηματογράφου – με μια αισθητική λιτή, χωρίς την κακογουστιά του επιτηδευμένου «λαϊκού». Παραθέτω ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη του Χρήστου Βακαλόπουλου για τους κωμικούς, τον Βέγγο και το κιτς στο «Αντί» (τ. 273, 1984): «Ο Βέγγος είναι σαν ένας μαγνήτης, ο οποίος στο πέρασμά του, καθώς τρέχει, μαζεύει, κολλάνε πάνω του διάφορα πράγματα. Διάφορα αντικείμενα, διάφορα ρούχα, κλουβιά από πουλιά, φωνόγραφοι… Ολο το κιτς που έχουν οι άλλοι, ο Βέγγος το μαζεύει, το δουλεύει, το διαλύει, το πετάει μετά, και φεύγει ελεύθερος. Γι’ αυτό ο Βέγγος δεν είναι κιτς».

 

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Mandy

Μια horror ιστορία εκδίκησης σε πέπλο ψυχεδέλειας