Mandy

Σκηνοθεσία: Πάνος Κοσμάτος

Ερμηνείες: Νίκολας Κέιτζ, Αντρέα Ράισμπορου, Λάινους Ρόουτς

 

Error! You must specify a value for the Video ID, Width, Height parameters to use this shortcode!

Της ΜΥΡΤΩΣ ΓΑΛΑΝΗ

Μια horror ιστορία εκδίκησης που ακούει δυνατά heavy metal, ένας Νίκολας Κέιτζ σε μεγάλα κέφια, μια αδιαμφισβήτητη cultclassic δυναμική αλλά με σεναριακές αδυναμίες και μεγάλη διάρκεια, που δεν αφήνουν το φιλμ να γίνει κάτι περισσότερο από μεταμεσονύχτια ένοχη απόλαυση. Χωρίς αυτό να είναι απαραιτήτως κακό!

1983, κάπου στον Αμερικανικό Βορρά. Ο Ρεντ (Νίκολας Κέιτζ) και η Μάντυ (Αντρέα Ράισμπορου), ερωτευμένο ζευγάρι, ζουν ήρεμα σε απομονωμένο σπίτι στο δάσος. Ώσπου ο Τζερεμάϊα Σαντ (Λάϊνους Ρόουτς), αυτό-ανακηρυγμένος ψευτο-Μεσσίας και ηγέτης μιας hippy  οργάνωσης φανατισμένων (που θυμίζει εκείνη του Τσαρλς Μάνσον) βλέπει τυχαία τη Μάντυ κι αποφασίζει πως θέλει να την κάνει δική του. Με τη βοήθεια μια συμμορίας δαιμονικών μηχανόβιων απάγει το ζεύγος και ταράζει ανεπανόρθωτα την καθημερινότητά τους. Και μετά; Μετά ο Νίκολας Κέιτζ κυριολεκτικά, «τα παίρνει στο κρανίο». Κι από εκεί ξεκινά ένα παρανοϊκό, λυσσασμένο γαϊτανάκι εκδίκησης και αίματος.

Στη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα μετά το «Beyond the Black Rainbow», ο ελληνικής καταγωγής Πάνος Κοσμάτος προσφέρει ένα στυλιζαρισμένο, arthouse φόρο τιμής  στα ευρύτερα genre του τρόμου και του φανταστικού, είτε μιλάμε για horror, είτε για gore, είτε για splatter, με άφθονα κλεισίματα ματιού σε εμβληματικά δείγματα του είδους (από το «Σχιζοφρενή δολοφόνο με το Πριόνι» έως το «Twin Peaks»). Το φιλμ κινείται θεματικά γύρω από την αγάπη και την αφοσίωση, με κινητήριο μοχλό την εκδίκηση, η οποία υποκινεί και τη δράση του. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο, ψυχεδελικό και άγριο κόσμο, έχοντας σαφές όραμα και προθέσεις. Δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την ατμόσφαιρα που χτίζεται μπροστά σου. Από τη μία, μια meta-80s αισθητική, που εναλλάσσει neon, παραισθησιογόνα χρώματα με, κυριολεκτικά βουτηγμένη στο αίμα, κόκκινη χρωματική παλέτα. Από την άλλη, η μουσική ακολουθεί τις εξελίξεις, παίζει ανάμεσα σε υπνωτιστικές συνθέσεις (του προσφάτως αδικοχαμένου Γιόχαν Γιόχανσον), σε progressive rock κομμάτια και ηλεκτρισμένα heavy metal γκάζια.

Οπλο του σκηνοθέτη, και βασικό ατού της ταινίας, πέραν της ατμόσφαιρας, είναι ο πρωταγωνιστής της. O Νίκολας Κέιτζ εδώ φαίνεται να παίρνει εκδίκηση όχι μόνο για τη Μάντυ, αλλά και για τα μύρια όσα έχει (δικαίως, σε μεγάλο βαθμό) ακούσει από κοινό και κριτικούς για τις επιλογές της καριέρας του. Πώς; Το καταδιασκεδάζει, με αυτοσαρκαστική (;) διάθεση κάνοντας, παραδόξως, ακριβώς όσα του έχουν προσάψει: φωνάζει, χτυπιέται, εκσφενδονίζει ατάκες, περιφέρεται με τις «μούτες»-σήμα κατατεθέν του. Κι όμως, αυτή είναι μια ταινία όπου μια τέτοια over the top ερμηνεία, στέκεται ιδανικά ταιριαστή.

Οι αρετές της ταινίας υπονομεύονται, ίσως, από την υπερβολική δίωρη διάρκειά της, η οποία δε δικαιολογείται σεναριακά. Το πρώτο μέρος της ταινίας, όπου μας συστήνονται οι χαρακτήρες σε τραβηγμένα συχνά, διαλογικά μέρη, έως την κορύφωση της απαγωγής του ζεύγους, κυλά υπνωτιστικά αργά. Βέβαια, αυτό φαίνεται να είναι πρόθεση του σκηνοθέτη, ώστε να ανεβάσει σταδιακά γκάζια στο δεύτερο μέρος. Οι σκηνές ξεσπάσματος ομολογουμένως αποζημιώνουν, είναι απολαυστικά χορογραφημένες, και καταφέρνουν να ισορροπούν ανάμεσα στο χιούμορ και το splatter. Βέβαια, με ένα πιο σφιχτό μοντάζ, οι εν λόγω σκηνές θα μπορούσαν να αναδεικνύονται περισσότερο. Επιπλέον, κάποιους ίσως ξενίσει η ευρύτερη σαδιστική διάθεση που ελλοχεύει στις σεκάνς εκδίκησης. Κάτι που, για παράδειγμα, σε άλλες παρόμοιες θεματικά ταινίες οδοιπορικών εκδίκησης (π.χ. του Ταραντίνο ή του Ροντρίγκεζ) έχει προσεγγιστεί πιο ισορροπημένα.

Αναμφίβολα, με τις όποιες αδυναμίες της, η «Μάντυ» τιμά τις κινηματογραφικές αναφορές της στο horror και τις μουσικές στο heavy metal και το progressive rock. Είναι φτιαγμένη από έναν φαν του είδους, και απευθύνεται κυρίως σε φαν του είδους. Σε μια κινηματογραφική αίθουσα, αργά το βράδυ, ένα υποψιασμένο κοινό  θα περάσει αρκετά καλά, μπαίνοντας στο νόημα από τους τίτλους αρχής, ακούγοντας το «Starless» των King Crimson. Η «εκδίκηση του Νίκολας Κέιτζ» είναι μια ταινία που διεκδικεί να γίνει, αν δεν έχει γίνει ήδη, cult.

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *